κουδουνίστρα


κουδουνίστρα
[кудунистра] ουσ. θ. звонок

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "κουδουνίστρα" в других словарях:

  • κουδουνίστρα — η πλαστικό ή μετάλλινο παιχνίδι τών μωρών που, όταν τό κουνά κάποιος, κάνει θόρυβο. [ΕΤΥΜΟΛ. < κουδουνίζω + κατάλ. τρα (πρβλ. κουβαρίσ τρα, χωρίσ τρα)] …   Dictionary of Greek

  • κουδουνίστρα — η παιχνίδι των νηπίων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σείστρο — Αρχαίο αιγυπτιακό μουσικό όργανο. Το χρησιμοποιούσαν στις τελετές για τη λατρεία της Ίσιδας και είχε σχήμα πετάλου με ορθή λαβή. Στο πεταλοειδές αυτό σώμα ήταν εξαρτημένα κουδουνάκια, που κροτάλιζαν καθώς το κουνούσαν. Σ. λέγεται και η… …   Dictionary of Greek

  • -τρο(ν) — ΝΜΑ επίθημα.ουδέτερων ουσιαστικών όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, που εμφανίζεται ήδη σε αρχαιότατα κείμενα, έχει μεγάλη παραγωγική δύναμη, κυρίως στην Αρχαία, και απαντά σε 200 περίπου ουσιαστικά. Το επίθημα ουδετέρου τρον, όπως και τα… …   Dictionary of Greek

  • βρονταλίδι — το 1. παιδική κουδουνίστρα 2. κουδούνι στον λαιμό κατοικίδιων ζώων. [ΕΤΥΜΟΛ. < (αμάρτ. ουσ.) βροντάλα < βροντή*] …   Dictionary of Greek

  • γιδόζευλα — η το ξύλινο στεφάνι με το κυπρί που περιβάλλει τον λαιμό τής γίδας, κουδουνίστρα …   Dictionary of Greek

  • νταϊρές — ο 1. (στον καιρό τής τουρκοκρατίας) διοικητική περιφέρεια, εδαφικό τμήμα κράτους με σχετική διοικητική αυτοτέλεια 2. μουσ. είδος μικρού κρουστού οργάνου που μοιάζει με μικρό τύμπανο, ντέφι με κύμβαλα στη στεφάνη του 3. σείστρο, κουδουνίστρα.… …   Dictionary of Greek

  • παιχνίδι — Οποιαδήποτε ελεύθερη έκφραση σωματικής ή ψυχικής ενέργειας, που δεν κατευθύνεται σε ωφελιμιστικούς σκοπούς, θεωρείται παιχνίδι. Με άλλη έννοια ο όρος περιλαμβάνει και το αντικείμενο με το οποίο παίζει κάποιος. Η ιδέα όμως του π. δεν είναι τόσο… …   Dictionary of Greek

  • Μουσείο Βορρέ (Παιανία Αττικής) — Η συλλογή σύγχρονης ελληνικής τέχνης και λαογραφίας του συλλέκτη και πρώην δημάρχου Παιανίας Ίωνα Βορρέ εκτίθεται σε ένα συγκρότημα παλαιών και νέων κτιρίων με κήπους και αυλές, συνολικής έκτασης 18 στρεμμάτων, στις ανατολικές παρειές του Υμηττού …   Dictionary of Greek

  • Μουσείο, Αρχαιολογικό Θεσσαλονίκης — Το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης στεγάζεται από το 1962 σ’ ένα λιτό κτίριο στο κέντρο της πόλης (Μανόλη Ανδρόνικου 6), που χτίστηκε σε σχέδια του αρχιτέκτονα Πάτροκλου Καραντινού. Η αρχική έκθεση των ευρημάτων, που ολοκληρώθηκε το 1971,… …   Dictionary of Greek